Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Κάτι για σ΄ένα

The forgetful fish:

"VILLA NATACHA" Οδυσσέα Ελύτης απόσπασμα από "Τα ετεροθαλή"

Ι

Έχω κάτι να πω διάφανο κι ακατάληπτο
Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου.

Εδώ, σε μια γωνιά που κάθισα

Να καπνίσω το πρώτο ελεύθερο τσιγάρο μου
Αδέξιος μες στην ευτυχία, τρέμοντας
Μήπως σπάσω ένα λουλούδι, θίξω κάποιο πουλί
Και σε δύσκολη θέση, εξαιτίας μου, βρεθεί ο Θεός


Κι όμως όλα μου υπακούουν
Και οι όρθιες καλαμιές και το γερτό καμπαναριό
Και του κήπου το στερέωμα όλο
Αντικαθρεφτισμένο μες στο νου μου
Ένα ένα ονόματα που ηχούν

Παράξενα μέσα στην ξένη γλώσσα :Phlox,Aster,Cytise
Eglantine,Pervenche,Colchique
Alise,Fresia,Pivoine,Myoporone
Muguet,Bleuet, Saxifrage
Iris,Clochette,Myosotis

Primevere,Aubepine,Tubereuse
Paquerette,Ancolie, και τα σχήματα όλα
Καθαρογραμμένα μες στα φρούτα: ο κύκλος, το τετράγωνο
Το τρίγωνο και ο ρόμβος
Όπως τα βλέπουν τα πουλιά, να γίνει απλός ο κόσμος
Ένα σχέδιο Πικασσό
Με γυναίκα, παιδάκι και ιπποκένταυρο.

Λέω : κι αυτό θα' ρθεί. Και τ' άλλο θα περάει.
Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι
Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα
Όμως
Ακριβώς

Προς
Την αντίθετη κατεύθηνση

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το

ανταποδώσει.

Ονειρεύομαι μιαν επανάσταση από μέρος του κακού και των πολέμων σαν αυτή που έκανε από το μέρος του σκιόφωτος και των αποχρώσεων ο Matise.


ΙΙ

Όμως εκεί που δυο φίλοι
Μιλούν ή και σωπαίνουν - προπαντός τότε -
Τρίτο τίποτα δεν χωρεί
Κι όπως οι φίλοι, φαίνεται
Και οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε

Φτάνει λίγος αέρας, μια σταλιά τριμμένης
Μες στα δάχτυλα, σκούρας, λυγαριάς και να:
Το κύμα; Είναι αυτό;
Είναι αυτό που σου μιλάει στον ενικό και λέει
"Μη με ξεχνάς" " Μη με ξεχνάς" ; Είναι η Ανακτορία;
Ή μήπως όχι; Μήπως το νερό μόνον που τρέχει
Νύχτα - μέρα στης Αγία Παρασκευής το εκκλησάκι;

Να ξεχάσεις τι; Ποιός; Τίποτα δεν ξέρουμε.

Όπως απόβραδίς που κάτι σου έσπασε
Μια φιλία παλαιή, μια θύμηση από φάρφουρο
Ξανά πόσο άδικα ήξερες να κρίνεις

Βλέπεις τώρα που ξημέρωσε
Κι έχεις πικρό, πριν από τον καφέ, το στόμα
Χειρονομώντας άσκοπα, μιας άλλης,
Ποιος το ξέρει, ζωής, κάνεις ηχώ κι είναι απ' αυτό που
(Ή μπορεί και από τη σκέψη
Κάποτε τόσο δυνατή, που προεξέχει)
Αντικρυ σου, μεμιάς, πάνου ως κάτου ο καθρέφτης ραγίζεται.


Λέω : τη μια στιγμή, τη μόνη που
Εάν φτάνει δεν γνωρίζεις
Τα Γραμμένα ραγίζονται
Και αυτός που δίνει, παίρνει. Επειδή εάν όχι τότε θα

Πρέπει και ο θάνατος να θανατώνεται και η φθορά
Να φθείρεται και το μικρό
Τριανταφυλλί που κάποτε
Στην παλάμη σου κράτησες, βότσαλο και αυτό
Κάπου, χιλιετηρίδες μακριά, ν' ανασυντίθεται.


Με σοφία και θάρρος. Picasso και Laurens. Να πατήσουμε Πάνω στην Ψυχολογία, στην Πολιτική, στην Κοινωνιολογία, Ηλιοκαμένοι μ' ένα σκέτο άσπρο πουκάμισο.
ΙΙΙ

Άνθρωπε, άθελά σου
Κακέ - παρ' ολίγο η τύχη σου άλλη.
Σ' ένα, έστω, λουλούδι αντίκρυ αν ήξερες
Να πολιτευεύσαι
Σωστά, θα τα 'χες όλα. Επειδή απ' τα λίγα, μερικές φορές
Κι από το ένα - έτσι ο έρωτας -
Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα. Μόνο το πλήθος να :

Στο χείλος τον πραγμάτων στέκει
Ολα τα θέλει και τα παίρνει και δεν του μένει τίποτα.
Κιόλας έφτασε το απόγεμα
Γαλήνιο σαν της Μυτιλήνης ή μιας ζωγραφιάς
του Θεοφίλου, ως πέρα το Eze, το Cap Estel,
Κόλποι όπου σιάχνει αγκαλιές ο άερας

Μια διαφάνεια τόση
Που τα βουνά τ' αγγίζεις και τον άνθρωπο εξακουλουθείς να βλέπεις
Που πέρασε ώρες πριν
Αδιάφορος, μα τώρα πρέπει να έφτασε.

Λέω: ναι, πρέπει να έχουν φτάσει
Ο πόλεμος στο τέρμα του, και ο Τύραννος στην πτώση του

Και ο φόβος του έρωτα μπρος στη γυμνή γυναίκα.
Έχουνε φτάσει, έχουνε φτάσει και μόνο εμείς δε βλέπουμε
Παρά ψαύοντας ολοένα πέφτουμε στα φαντάσματα πάνου.

Αγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς
Πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι

Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι
Κι είναι ανάγκη να μείνω απ' τους απέξω.

Επειδή και ο Αφανής, παρών αισθάνομαι πως είναι

Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα, όταν
Ηρεμα το σπίτι
Αγκυροβολημένο μες στο ηλιοβασίλεμα

Βγάνει άγνωστες λάμψεις
Και σαν από έφοδο, μια σκέψη
Εκεί που για τ' άλλου τραβούσαμε αναπάντεχα μας κυριεύει.

1969


Υ.Γ.1 : Dorys, ελπίζω να σου άρεσε η αφιέρωσει μου...

Υ.Γ.2: Και αυτά τα πουλιά στην φωτογραφία είναι γλάροι.. λέω μήπως ξέχασες..


6 σχόλια:

Dory είπε...

Καλό μου Ποντικάκι,
Φαίνεται ότι καταλαβαίνεις πολύ καλά τους ανθρώπους...
Από αυτό το υπέροχο ποίημα διαλέγω σαν πιο αγαπημένο αυτό:

Όμως εκεί που δυο φίλοι
Μιλούν ή και σωπαίνουν - προπαντός τότε -
Τρίτο τίποτα δεν χωρεί
Κι όπως οι φίλοι, φαίνεται
Και οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε
Φτάνει λίγος αέρας, μια σταλιά τριμμένης
Μες στα δάχτυλα, σκούρας, λυγαριάς και να:
Το κύμα; Είναι αυτό;
Είναι αυτό που σου μιλάει στον ενικό και λέει
"Μη με ξεχνάς" " Μη με ξεχνάς" ; Είναι η Ανακτορία;
Ή μήπως όχι; Μήπως το νερό μόνον που τρέχει
Νύχτα - μέρα στης Αγία Παρασκευής το εκκλησάκι;
Να ξεχάσεις τι; Ποιός; Τίποτα δεν ξέρουμε.

Σε ευχαριστώ πολύ πολύ για την αφιέρωση!
Και για τους γλάρους, που ταξιδεύουν τις σκέψεις μου :)

ποντίκι είπε...

Είμαι πολύ χαρούμενη που σου άρεσε και συγκεκριμένα πουτ διαλεξες αυτό το απόσπασμα από το όλο ποιήμα.

Τώρα σε ξέρω καλύτερα... χιχι..


Σε φιλώ.

jacki είπε...

Γεια σου ποντικάκι μου με τις αφιερώσεις σου..
Φιλί γλυκό :)

Αναστασία είπε...

Καλημέρα ποντικάκι και καλή εβδομάδα

ποντίκι είπε...

γεια σου βρε jacki και αναστασια...
Ποιος λέτε να είναι ο επόμενος....

Το σκέφτομαι....

Θα επανέλθω με νέα αφιέρωση.

neni είπε...

Μπήκα στο ποντικοblog με τις αφιερώσεις;
Υπέροχα,να περνάτε καλά κορίτσια !